“Ο Κώστας Ταχτσής Γοητεύει Ακόμη”

Με τον τίτλο «Ο Κώστας Ταχτσής Γοητεύει Ακόμη» δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή» ένα υπέροχο άρθρο. Το κείμενο είναι της Όλγας Σελλα και είναι αντάξιο της ομορφιάς με την οποία έγραψε κι ο ίδιος ο Κ. Ταχτσής.

Είναι πραγματικά ευτυχία που η λογοτεχνία και η ποίηση έχουν ακόμα θέση στις εκδόσεις των ελληνικών μέσων ενημέρωσης. Πολύ το χάρηκα που είδα ένα τόσο καλογραμμένο και ωραίο άρθρο! Πάντα τέτοια :-)

Αντιγράφω εδώ από το άρθρο της δικτυακής έκδοσης της Καθημερινής:

Ο Κώστας Ταχτσής Γοητεύει Ακόμη

Η συναρπαστική ζωή ενός περίπλοκου ανθρώπου με την ευκαιρία της επανέκδοσης όλων των έργων του.

Της Ολγας Σελλα
3 Μαΐου 2009

Με το μοναδικό του μυθιστόρημα έκανε γκελ στις ψυχές των μικροαστών, ακριβώς όπως ο ίδιος o Kώστας Ταχτσής «έκανε γκελ στην άβυσσο», κατά τη διεισδυτική παρατήρηση του Γιάννη Τσαρούχη. Σαράντα επτά χρόνια μετά την κυκλοφορία του, «Το τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή εξακολουθεί να διαβάζεται, να συζητιέται, να γοητεύει, να εμπνέει, να προκαλεί. Αρχικά απορρίφθηκε από τους εκδότες, κυκλοφόρησε σε αυτοέκδοση το 1962, και άρχισε να γίνεται γνωστό μετά το 1970, όταν βρήκε στέγη στην εγκυρότητα των εκδόσεων «Ερμής». Εκείνη την εποχή, πολλοί από τους αναγνώστες του ήταν πολιτικοί κρατούμενοι της δικτατορίας.

Τώρα, ύστερα από πολύχρονη εκδοτική διαδρομή στις εκδόσεις «Εξάντας», «Το τρίτο στεφάνι» και τα υπόλοιπα βιβλία του Κώστα Ταχτσή θα κυκλοφορήσουν σε οριστική έκδοση, από τον «Γαβριηλίδη». Θα προηγηθεί το εμβληματικό «Τρίτο Στεφάνι», σε επίμετρο Μένη Κουμανταρέα, και θα ακολουθήσουν τα υπόλοιπα («Η γιαγιά μου η Αθήνα», «Τα ρέστα», «Το φοβερό βήμα», οι αριστοφανικές μεταφράσεις, τα δοκίμια, τα ποιήματα).

«Αλήτης και κύριος»

Η επανέκδοση των βιβλίων του μας καλεί να ξαναδούμε τον συναρπαστικό βίο αυτού του περίπλοκου ανθρώπου, που αφουγκράστηκε και κατέγραψε τη μικροαστική εποποιία της σύγχρονης Ελλάδας. Μια ζωή που θα μπορούσε από μόνη της να είναι ένα γοητευτικό μυθιστόρημα. Ο Ταχτσής χαρακτηρίστηκε ατίθασος, προκλητικός, εστέτ, γοητευτικός, ριψοκίνδυνος. Από τα παιδικά του χρόνια στη Θεσσαλονίκη, μέχρι την ειδεχθή δολοφονία του στο σπίτι του Κολωνού, τον Αύγουστο του 1988, έζησε σε σαλόνια και σε καταγώγια, έκανε δεκάδες επαγγέλματα, συναναστράφηκε με καλλιτέχνες, διανοούμενους και ανθρώπους του περιθωρίου. Λέει ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης: «Η ζωή του Ταχτσή ήταν μια τέτοια αγωνιώδης αναζήτηση, έμμονη, φανατική, επίμονη, της πιο επαίσχυντης αλήθειας, ώστε να βγει απ’ αυτήν το λουλούδι της μοναδικής γραφής. […] Και παρ’ όλο που ήταν με κάποιον τρόπο αριστοφανικός, δεν ήταν ποτέ παρωδικός. Παρωδία ήταν η ζωή του», Ηταν «αλήτης και κύριος», κατά την εύστοχη παρατήρηση του συγγραφέα Βαγγέλη Ραπτόπουλου.

Ο Κώστας Ταχτσής γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1927 και ο πατέρας του καταγόταν από την Ανατολική Ρωμυλία. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο συγγραφέας ήταν επτά ετών κι εκείνος μεγάλωσε με τη γιαγιά του στην Αθήνα, που αργότερα έγινε μεγάλη συζήτηση ότι από εκείνη δανείστηκε την περσόνα της Εκάβης. «Μεγάλωσα στην Αθήνα με μια βασανισμένη, μισότρελη γιαγιά, που διαμόρφωσε καθοριστικά τον ψυχισμό μου», έλεγε αργότερα σε συνεντεύξεις του. Γράφτηκε στη Νομική Σχολή, αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του. Το 1947 κατατάχτηκε στον στρατό και έφτασε στον βαθμό του ανθυπολοχαγού. Κατόπιν εργάστηκε ως γραμματέας του Αμερικανού επόπτη στο υδροηλεκτρικό εργοστάσιο του Λούρου. Στο διάστημα 1954 – 1956 ασχολήθηκε με τα μαθήματα αγγλικών και μετά άφησε την Ελλάδα μέχρι το 1964. Οσα χρόνια έζησε στο εξωτερικό έκανε διάφορα επαγγέλματα: ναυτικός, βοηθός σκηνοθέτη, μάνατζερ, πωλητής σε εμπορικό και σιδηροδρομικός υπάλληλος. Ηδη είχε εμφανιστεί στα γράμματα από το 1951 με την ποιητική συλλογή «Ποιήματα». Ακολούθησαν άλλες τέσσερις συλλογές με γνωστότερες τη «Συμφωνία του Μπραζίλιαν» (1954) και το «Καφενείο το Βυζάντιο» (1956). Αυτή την περίοδο γνωρίζεται και κάνει παρέα με τους Οδυσσέα Ελύτη, Νίκο Γκάτσο, Ανδρέα Εμπειρίκο και Γιάννη Τσαρούχη. Με τον τελευταίο υπήρχε μια πολύχρονη σχέση αγάπης και μίσους. «Ε, η γενιά μου έμαθε απ’ αυτόν, περασμένα μέσα από το φίλτρο της ιδιοσυγκρασίας και της ιδιοφυϊας του, όσα δεν προλάβαμε, λόγω ηλικίας, να μάθουμε από πρώτο χέρι», θα πει αργότερα ο Ταχτσής.

«Το τρίτο στεφάνι»

Οσο ήταν στο εξωτερικό γράφει «Το τρίτο στεφάνι», που όμως δεν θα βρει εκδότη και θα αναγκαστεί να το εκδώσει με δικά του χρήματα. Ο ίδιος ο Ταχτσής έχει πει σε συνεντεύξεις του ότι λίγο πριν από τη δικτατορία το είχε ζητήσει ο Μίμης Δεσποτίδης για να το εκδώσει στο «Θεμέλιο». Το αντίτυπο κατασχέθηκε μαζί με τα υπόλοιπα, από τη δικτατορία. Πριν από τη δικτατορία εντάσσεται στην παρέα του υπερρεαλιστικού περιοδικού «Πάλι» με τον Νάνο Βαλαωρίτη, τον Αλέξη Ακριθάκη, τον Γιώργο Μακρή κ.ά. Το ίδιο διάστημα εργάζεται ως διερμηνέας και κάνει τις μεταφράσεις του. Στη διάρκεια της χούντας υπογράφει τη «Δήλωση των 18» και διώκεται. Το 1972 κυκλοφόρησαν «Τα ρέστα» και το 1979 μια συλλογή αυτοβιογραφικών κειμένων «Η γιαγιά μου η Αθήνα». Υπερασπίστηκε δημόσια τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, όντας ο ίδιος ομοφυλόφιλος και τραβεστί. Τον βρήκε νεκρό στο σπίτι του στον Κολωνό η αδελφή του στις 27 Αυγούστου 1988. Είχε στραγγαλιστεί. Η δολοφονία δεν εξιχνιάστηκε ποτέ.

«Κινδυνεύει από την τηλεόραση»

Στο επίμετρο που ο Μένης Κουμανταρέας έγραψε ειδικά για την επανέκδοση του βιβλίου (απ’ όπου η «Κ» προδημοσιεύει αποσπάσματα), επωμίζεται την ευθύνη να συνοψίσει τον ρόλο που το «Τρίτο στεφάνι» έπαιξε στις συνειδήσεις των αναγνωστών μιας ολόκληρης 40ετίας αλλά και να συστήσει το βιβλίο στους νέους αναγνώστες. Ξεκινά με τη γνωριμία του, το 1961, με το «Τρίτο στεφάνι» στα γραφεία της εφημερίδας «Μεσημβρινή» της Ελένης Βλάχου και εν συνέχεια αναφέρεται στην κριτική που έγραψε στη βραχύβια εφημερίδα «Νίκη» του Μάριου Πλωρίτη. Ο ίδιος ο Ταχτσής του είπε χρόνια αργότερα χαρακτηριστικά: «Είσαι ο πρώτος που έγραψε για το βιβλίο και το κατάλαβε».

Εν συνεχεία, ο Μένης Κουμανταρέας αναλύει σε τι συνίστατο η πρωτοτυπία του βιβλίου στην εποχή του και τι αιρετικό περιείχε: «Ποτέ πριν στη νεοελληνική λογοτεχνία ένα μυθιστόρημα δεν χρησιμοποίησε την προφορικότητα στη γραφή και το καθημερινό ιδιόλεκτο μιας τάξης. Ο Ταχτσής είναι ο πρώτος που έκανε ύφος τη γλώσσα των μικροαστών. Είχε την ευφυΐα αλλά και το ταλέντο να το αναπαραγάγει σχεδόν θεατρικά. Με την υπερβολή που διέκρινε και τον ίδιο (και χωρίς υπερβολή δεν κάνει κανείς τέχνη), αλλά και τη σοφία να ξέρει τι θ’ αφήσει και τι θα πετάξει απ’ αυτό το υλικό. Οταν κάποτε ρώτησα τον Τ. γιατί δεν γράφει ένα νέο μυθιστόρημα, με κοίταξε λυπημένα και μου είπε: “Τρέμω να ξαναπεράσω αυτά που πέρασα με το “Τρίτο στεφάνι”. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τι μου κόστισε αυτό το βιβλίο. Το έχω πληρώσει με τη μισή μου ζωή”».

Γράφει παρακάτω ο Κουμανταρέας: «Οσοι εκ των υστέρων επιχείρησαν να μιμηθούν το ύφος του Ταχτσή έσπασαν τα μούτρα τους. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπόλιασε την κατοπινή πεζογραφία με το παράδειγμά του. Απελευθέρωσε τους νεότερους πεζογράφους από τα δεσμά της καλλιγραφίας και της φιλολογίτιδας. Και σαν τέτοιους θεωρώ πρώτους και καλύτερους τους πεζογράφους της γενιάς του ’80». Για να καταλήξει: «Σήμερα το “Τρίτο στεφάνι” δεν κινδυνεύει τόσο από τους λόγοτέχνες, τους κριτικούς ή αυτούς που επιμένουν να ανασκαλεύουν τα προσωπικά του. Τη σαπουνόπερα της ζωής του. Κινδυνεύει από την τηλεόραση, τον τρόπο που τα σίριαλ χρησιμοποιούν την ίδια μικροαστική γλώσσα, που αυτός πρώτος εφηύρε».

Σύγχρονη ελληνική (ιλαρο)τραγωδία

Δύο λαϊκές γυναίκες πρωταγωνιστούν στο «Τρίτο στεφάνι». Η Εκάβη και η Νίνα, οι οποίες με άμεση και καθημερινή γλώσσα, στοχάζονται όσα έζησαν και όσα τους άγγιξαν από τη σύγχρονη ελληνική ιστορία και διηγούνται όσα πέρασαν, κυριολεκτικά, από πάνω τους. Κυρίως όμως τη διηγούνται σε μια γλώσσα «καθημερινή, ρέουσα, ανθρώπινη και οικεία, χωρίς αφέλειες και υπεραισιοδοξίες, βουτηγμένη στα βάσανα και τους καημούς του κόσμου. Απλά, ζεστά, απελευθερωμένα ελληνικά που μετέφεραν στον αναγνώστη γεύσεις, τοπία, εσωτερικές ατμόσφαιρες, ενέργειες, δραματικά γεγονότα περιχαρακωμένα με χιούμορ, πικρά όνειρα, προσπάθειες επιβίωσης, θρήνους και χαρές, χωρίς να το επιδιώκουν». (Γιώργος Μανιώτης). Ενα βιβλίο «αγέραστο και φρέσκο» (Αλέκος Φασιανός).

Πρόκειται για «μια γερή και καθολική σύνθεση της λίγο περασμένης νεοελληνικής ζωής, καμωμένης όμως από έναν άνθρωπο των ημερών μας», όπως σημείωσε ο Γιώργος Ιωάννου. Μια «σύγχρονη ελληνική (ιλαρο)τραγωδία», όπως έγραψε ο ίδιος ο σύγγραφέας του «Τρίτου στεφανιού».

Δρόμος με αγκάθια

Ενα βιβλίο που μπορεί σήμερα να θεωρείται πλέον απ’ όλους ως ένα από τα σημαντικότερα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, δεν ήταν όμως εξαρχής ο δρόμος του στρωμένος με ρόδα. Στην Ελλη Αλεξίου χρεώνεται η φράση «δυο γυναίκες συζητάνε για την ιστορία πάνω από μπουγαδόνερα». Ο Ταχτσής θα πει αργότερα: «Το έβγαλα λοιπόν με δικά μου έξοδα και πέρασε απαρατήρητο. Χρειάστηκε να περάσουν κάμποσα χρόνια για να φτάσει στο κοινό. Επί χούντας, το ’70, αρχίζει να γίνεται γνωστό μέσα από τις φυλακές. Οι γυναίκες των πολιτικών κρατουμένων αναζητούν ευχάριστα βιβλία για τους άντρες τους. Εκείνοι πάλι έχουν όλο τον καιρό στη διάθεσή τους. Το ανακαλύπτουν και στη συνέχεια το συνιστούν». Δεν ήταν ακριβώς έτσι τα πράγματα. Κριτικές για το «Τρίτο στεφάνι» είχαν γραφτεί σχεδόν αμέσως μετά την πρώτη έκδοση, αν και όχι όλες ενθαρρυντικές. Οσο για τη μεταφραστική του διαδρομή κι αυτή υπήρξε περιπετειώδης.

Στα αγγλικά το μετέφρασε η Καίη Τσιτσέλη, όμως το βιβλίο δεν κινήθηκε και τελικά πολτοποιήθηκε. Στη Γαλλία, όπου κυκλοφόρησε σε μετάφραση Ζακ Λακαριέρ, είχε καλύτερη πορεία.

Και οι λόγοι της διαχρονικής του επιτυχίας; Ας αφήσουμε να απαντήσει ο ίδιος ο Ταχτσής: «Πρώτον είναι αυτό που λένε “αρχετυπικό”. Εκφράζει και θα εκφράζει για πολύ καιρό ακόμα τον ψυχισμό του Ελληνα. Τις οικογενειακές δομές. Τις σχέσεις των δύο φύλων σε μια κοινωνία που παραμένει φαλλοκρατική. Η ένταξη της γυναίκας στην παραγωγή είναι απλώς μια δεύτερη σκλαβιά. Και ή μένει γυναίκα και το υπομένει ή ευνουχίζει ψυχικά τον άντρα και το πληρώνει με υστερία».

Το έπος του μικροαστισμού

«Με το “Τρίτο στεφάνι” ο Κώστας Ταχτσής κατόρθωσε να δώσει λόγο και αξιοπρέπεια στον συγχυσμένο και εν πολλοίς ανυπόληπτο μικροαστικό κόσμο της μεταπολεμικής Ελλάδας», λέει στην «Κ», ο Τάκης Καγιαλής, αναπληρωτής καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. «Αποτύπωσε πειστικά, αλλά συγχρόνως εξευγένισε και μυθοποίησε, την ψυχική δυναμική και το ιστορικό βάθος αυτού του μητριαρχικού κόσμου. Η επιτυχία που γνώρισε το έργο στα χρόνια της μεταπολίτευσης δείχνει ότι η κοινωνία στην οποία απευθύνθηκε το είχε ανάγκη: ο Ταχτσής της πρόσφερε κάθαρση και μνημείωση, το έπος του μικροαστισμού της. Από την άλλη μεριά, το γεγονός ότι το μυθιστόρημα δεν δείχνει να παλιώνει δεν οφείλεται μόνο στις αδιαμφισβήτητες λογοτεχνικές του αρετές, αλλά και στην εντυπωσιακή ανθεκτικότητα του ηθικού και ψυχικού τοπίου που απεικονίζει. Μισό αιώνα ύστερα από την πρώτη τους εμφάνιση, και ενώ η μικροαστική Ελλάδα συνεχίζει να μεταμορφώνεται χωρίς να αλλάζει, οι παραληρηματικές αφηγήσεις του Ταχτσή εξακολουθούν να ιστορούν το ήθος της καταγωγής μας», συμπληρώνει.