Ιδιωτικότητα και Ελευθερία του Λόγου στο Διαδίκτυο

Σήμερα εμφανίστηκαν σε διάφορα Ελληνικά weblogs άρθρα που αγγίζουν το θέμα της “ελευθερίας του λόγου στο διαδίκτυο”.

Ενδιαφέρουσα είναι η άποψη του http://metablogging.gr/archives/2432. Πολύ ενδιαφέρουσα είναι επίσης κι η γνωμοδότηση του κ. Σανιδά, όπως καταγράφεται στα άρθρα της Καθημερινής, του Βήματος και της Ελευθεροτυπίας.

Το κείμενο στο «Βήμα» μοιάζει να έχει γραφτεί λίγο βιαστικά. Με κορώνες όπως «Αίρεται το απόρρητο επιστολών για τους bloggers» δείχνει να έχει γραφτεί στο πόδι, με σκοπό κυρίως τον ενυπωσιασμό των αναγνωστών. Προφανώς το απόρρητο δεν «αίρεται» με μια γνωμοδότηση, αφού δεν είναι δημοσιευμένος νόμος του Κράτους. Ούτε γράφουν «επιστολές» οι bloggers, άρθρα γράφουν! Καμιά φορά αναφέρονται και σε μέρη από επιστολές, αλλά αυτό γίνεται με τον ίδιο τρόπο που μια εφημερίδα αναφέρει αποσπάσματα από κάποιο άλλο γραπτό κείμενο. Το ίδιο το κείμενο της γνωμοδότησης δεν υπάρχει στο «Βήμα». Αναφέρονται μόνο πολύ λίγα και πολύ μικρά μέρη του. Ο βασικός κορμός του άρθρου είναι μια ερμηνεία του «Βήματος», με την οποία δε θα ασχοληθώ καν. Δεν αξίζει τον κόπο.

Το άρθρο της «Καθημερινής», αντίθετα, είναι πολύ καλογραμμένο. Αν το κείμενο το οποίο αναφέρει ως μέρος της γνωμοδότησης είναι πιστό αντίγραφο από το κείμενο του κ. Σανιδά, αξίζει να το διαβάσουμε με πολλή προσοχή.

Ειδικότερα. Στην γνωμοδότήση του ο Σανιδάς καταλήγει:

«1) Το απόρρητο των επικοινωνιών δεν καλύπτει α) την επικοινωνία μέσω του διαδικτύου (Internet) και β) τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας (ονοματεπώνυμα και λοιπά στοιχεία συνδρομητών, αριθμοί τηλεφώνων, χρόνος και τόπος κλήσεως, διάρκεια συνδιάλεξης κ.λ.π.)

1) Οι εισαγγελικές, ανακριτικές και προανακριτικές αρχές, πολύ δε περισσότερο τα Δικαστικά Συμβούλια και τα Δικαστήρια, δικαιούνται να ζητούν από τους παρόχους των υπηρεσιών Επικοινωνίας, μέσω του διαδικτύου (Internet) τα ηλεκτρονικά ίχνη μιας εγκληματικής πράξεως, την ημεροχρονολογία και τα στοιχεία του προσώπου στο οποίο αντιστοιχεί το ηλεκτρονικό ίχνος, από τους λοιπούς δε παρόχους των υπηρεσιών επικοινωνίας τα ‘εξωτερικά στοιχεία’ της επικοινωνίας και ο πάροχος υποχρεούται να τα παραδίδει χωρίς να είναι αναγκαίο να προηγηθεί άδεια κάποιας Αρχής και ιδία της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών.

2) Η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών αλλά και οποιαδήποτε άλλη Ανεξάρτητη Αρχή ούτε νομιμοποιείται ούτε δικαιούται να ελέγξει με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως, το εάν η περί άρσεως ή μη του απορρήτου απόφαση των οργάνων της Δικαιοσύνης είναι σύννομη ή όχι. Αυτό κρίνεται από τα ίδια τα όργανα της Δικαιοσύνης. Ούτε όμως περαιτέρω η ρηθείσα Αρχή μπορεί να ελέγξει τους παρόχους υπηρεσιών επικοινωνίας για τη, σε κάθε περίπτωση, συμμόρφωσή τους προς τις αποφάσεις των οργάνων της Δικαιοσύνης. Εάν πράξει τούτο ενεργεί καθ’ υπέρβαση της δικαιοδοσίας της».

— «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 29 Ιουνίου 2009 http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathremote_1_29/06/2009_286481

Δεν ξέρω πόσο μπορεί μια γνωμοδότηση σαν αυτή να επηρεάσει τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, αλλά ακόμη και ελάχιστη επιρροή να έχει, αξίζει να προσέξουμε πολύ μια συγκεκριμένη έκφραση:

Το απόρρητο των επικοινωνιών δεν καλύπτει α) την επικοινωνία μέσω του διαδικτύου (Internet)

Δεν είμαι σίγουρος ότι ο κ. Σανιδάς εννοεί ακριβώς αυτό που κυριολεκτικά γράφεται παραπάνω, αλλά αν όντως θεωρεί ότι κάθε επικοινωνία μέσω Διαδικτύου εκπίπτει του απορρήτου των επικοινωνιών, τότε ελπίζω να μην κωδικοποιηθεί σε κάποιο νόμο αυτό. Αν γίνει κάτι τέτοιο τότε είναι φοβερά απίθανο να μην μπει στον πειρασμό ο νομοθέτης να αχρηστεύσει εντελώς κάθε επικοινωνία στο Διαδίκτυο, επιβάλλοντας νομοθετικά αυτό που σε άλλα μέσα επικοινωνίας (π.χ. στο τηλέφωνο) θεωρούνται αυτονόητα: το δικαίωμα δύο ανθρώπων να χρησιμοποιούν το «μέσο» για να επικοινωνήσουν με τη σχετική ασφάλεια ότι δεν έχει, όχι πολύ εύκολα τουλάχιστον, το σύμπαν ολόκληρο τη δυνατότητα να κρυφακούει τι λένε, να καταγράφει και να χρησιμοποιεί για οποιοδήποτε σκοπό το περιεχόμενο της συνομιλίας, κοκ.

Ακόμη κι αγνοήσουμε αυτό το πρώτο μέρος, όμως, η γνωμοδότηση έτσι όπως παρουσιάζεται στην «Καθημερινή» έχει κάποια ακόμη σχετικά εμφανή προβλήματα. Το ένα από αυτά είναι περισσότερο νομικής φύσης, και δε μπορώ να προσποιηθώ ότι γνωρίζω τα πάντα σχετικά με το θέμα, αλλά κάποιες σχετικές σκέψεις μπορώ να τις καταγράψω εδώ.

Μέχρι σήμερα, όταν κάποιος ανταλλάσει χειρόγραφη αλληλογραφία με ένα φίλο του, όταν χρησιμοποιεί το τηλέφωνό του για να μιλήσει με συγγενείς, ή όταν στέλνει ένα δέμα με φαγητό στο γιό του σε μια άλλη πόλη, θεωρεί ότι είναι νομικά κατοχυρωμένο το δικαίωμά του στην «ιδιωτικότητα» της επικοινωνίας. Δε μπορούμε να είμαστε ποτέ 100% σίγουροι με αυτά τα πράγματα, αλλά μου φαίνεται ότι θα είμαστε προ των πυλών μιας μεγάλης έκτασης αντίδρασης αν κάποια στιγμή ανακοίνωνε το Ελληνικό κράτος ότι «όλες οι τηλεφωνικές συνομιλίες θα πρέπει να καταγράφονται από τις εταιρείες τηλεπικοινωνιών, και να είναι στη διακριτική ευχέρεια της Δικαιοσύνης να ζητήσει, χωρίς κανένα άλλο έλεγχο, ούτε καν από την ΑΔΑΕ, τα πλήρη στοιχεία τόσο των ατόμων που επικοινώνησαν, όσο και το περιεχόμενο της συνομιλίας». Το ίδιο έντονη και μεγάλης έκτασης πιθανολογώ ότι θα ήταν η αντίδραση αν κατοχυρωνόταν νομικά για το Ελληνικό κράτος ότι «κάθε δέμα ή γράμμα ή άλλο αντικείμενο που στέλνεται με ταχυδρομείο ή άλλη εταιρεία παροχής υπηρεσιών μεταφοράς θα ανοίγεται και το περιεχόμενό του θα καταγράφεται, έτσι ώστε να είναι διαθέσιμη αυτή η πληροφορία, οποιαδήποτε στιγμή, σε όποιον ζητήσει να την έχει, χωρίς να μπορεί η ΑΔΑΕ να διαμαρτυρηθεί ή να ασκήσει έλεγχο».

Το Διαδίκτυο μπορεί κι αυτό να χρησιμοποιηθεί για προσωπική επικοινωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων ατόμων. Για την ακρίβεια, όχι μόνο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για επικοινωνία, με τον συμβατικό τρόπο, μεταξύ δύο μόνο ατόμων, αλλά έχει κάνει δυνατές και βιώσιμες μορφές επικοινωνίας οι οποίες μέχρι πριν σχετικά λίγα χρόνια ήταν είτε αδύνατες, είτε ασύμφορες. Έχει ανοίξει έτσι νέους ορίζοντες τόσο στην προσωπική όσο και την κοινωνική ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων στον πλανήτη. Ο λόγος για τον οποίο μπορεί, έτσι απλά — μια τόσο ευέλικτη μορφή επικοινωνίας, μια τόσο σημαντική και με τεράστια επιρροή στην κοινωνία — να μείνει χωρίς προστασία της ιδιωτικότητας από το υπάρχον νομικό πλαίσιο, μου διαφεύγει εντελώς αυτή τη στιγμή. Μου φαίνεται απλά αδιανόητο, αλλά μπορεί να μου ξεφεύγει κάτι πολύ βασικό.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι «τεχνικής» φύσης, κι αγγίζει, επιπλέον, κάπως επιφανειακά αλλά με ολοφάνερο τρόπο, τα όρια της επιχειρηματικότητας. Ακόμη κι αν ξεπεραστεί το «κοινωνικό» και νομικό πρόβλημα που εισάγει μια πρόταση με τόσο εύρος και έκταση επιδράσεων όσο η φράση «το απόρρητο των επικοινωνιών δεν καλύπτει την επικοινωνία μέσω του διαδικτύου», ακόμη κι αν κατοχυρωθεί νομικά ως απαίτηση του Ελληνικού κράτους και προϋπόθεση για την λειτουργία ενός παροχέα διαδικτυακών υπηρεσιών η καταγραφή τόσο των «στοιχείων» κάθε επικοινωνίας όσο και, σε κάποιο βαθμό, το περιεχόμενο κάθε επικοινωνίας, υπάρχει α) το τεχνικό πρόβλημα του πώς ακριβώς θα γίνει αυτό και β) πώς θα αποθηκευθεί τόσος όγκος πληροφορίας σε ένα Ελληνικό παροχέα υπηρεσιών διαδικτύου.

Το πρώτο από αυτά τα δύο τεχνικά προβλήματα φαίνεται απλοϊκό, αλλά η μέχρι τώρα εμπειρία μου έχει δείξει ότι δεν είναι τόσο απλό όσο μπορεί να δείχνει αρχικά. Το τεχνικό υπόβαθρο για κάτι τέτοιο υπάρχει μεν, αλλά είτε είναι σε σχετικά εμβρϋικό στάδιο ή έχει κάποια τεχνικής φύσεως όρια, τα οποία θα είναι μαζί μας για ένα μη αμελητέο χρονικό διάστημα. Όπως και να έχει θα έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς ακριβώς μπορεί κάθε Ελληνικός παροχέας διαδικτυακών υπηρεσιών να κρατάει πληροφορίες για κάθε μία από τις χιλιάδες συνδέσεις που μπορεί να κάνει την ώρα οποιοσδήποτε από τους εκατομμύρια υπολογιστές υπάρχουν σε όλη τη χώρα.

Ανάλογο με τον όγκο της πληροφορίας που απαιτεί η καταγραφή αυτή και το χρόνο για τον οποίο θα πρέπει να διατηρείται ένα μέρος αυτών των πληροφοριών (από μερικές ώρες, μέχρι μήνες ή και χρόνια), μπορεί να είναι τόσο τεράστια τα μεγέθη σε αποθηκευτικό χώρο που να είναι α) απαγορευτικό το κόστος του αποθηκευτικού χώρου, β) ασύμφορη η αναζήτηση πληροφορίας, η συσχέτιση των διαφορετικών μερών της, κλπ. Τεράστιες εταιρείες, όπως η Google, μπορεί να έχουν τη δυνατότητα να αποθηκεύουν αστρονομικά μεγέθη πληροφοριών, αλλά μπορεί να το κάνει αυτό κάθε ένας Ελληνικός παροχέας δικτυακών υπηρεσιών; Αν όχι, μήπως αυτό αποτελέσει, σε βάθος χρόνου, σημαντική τροχοπέδη στη δυνατότητα νέων & μικρών τηλεπικοινωνιακών εταιρειών στο σύνολο της χώρας;

Το δεύτερο τεχνικό πρόβλημα είναι ότι ένα μέρος από τα «στοιχεία» που θεωρεί ο κ. Σανιδάς απαραίτητα ως μέρος της καταγραφής είναι από πολύ δύσκολο έως πρακτικά αδύνατον να βρεθούν. Είναι τέτοιος ο τρόπος που λειτουργεί το Διαδίκτυο σήμερα που ο ίδιος υπολογιστής μπορεί να συνδεθεί, σε διαφορετικές στιγμές της ίδιας μέρας, από πολύ διαφορετικά μέρη. Για παράδειγμα, οποιοσδήποτε μπορεί να έχει μια σύνδεση με την εταιρεία «Forthnet» στο σπίτι του. Αυτή τη μία σύνδεση τη μοιράζεται όλη η οικογένεια, και υπάρχουν τουλάχιστον 5 διαφορετικοί «υπολογιστές» στο ίδιο σπίτι: 1) ο φορητός του πατέρα, τον οποίο του τον έχει δώσει η εταιρεία στην οποία δουλεύει, 2) ένας μικρός υποφορητός υπολογιστής, τον οποίο χρησιμοποιεί ο γιός της οικογένειας για να μοιράζεται φωτογραφίες με τους φίλους του και να μιλάει στο facebook, 3) ένας σταθερός υπολογιστής Macintosh, στον οποίο γράφει το επόμενο βιβλίο της η μάνα της οικογένειας, η οποία είναι συγγραφέας, 4) δύο κινητά τηλέφωνα με δυνατότητες ασύρματης σύνδεσης, τα οποία ενίοτε χρησιμοποιούνται και ως μίνι συσκευές πλοήγησης στο Διαδίκτυο, και τέλος 5) ένα σύστημα αναπαραγωγής πολυμέσων, με δυνατότητα σύνδεσης στο Διαδίκτυο και αναζήτηση πληροφοριών για ταινίες και μουσική σε βάσεις όπως η IMDB, το MTV και άλλες.

Οποιοσδήποτε από αυτούς τους φορητούς υπολογιστές μπορεί το πρωί να συνδεθεί από το σπίτι, το μεσημέρι από μια καφετέρια στο κέντρο της πόλης, το απόγευμα από το ασύρματο δίκτυο του λιμανιού για αναζήτηση πληροφοριών για ταξιδιωτικά προγράμματα, κοκ. Κάθε φορά που ένας από τους μεταφέρσιμους υπολογιστές «αλλάζει δίκτυο» χρησιμοποιεί την εκάστοτε σύνδεση, η οποία φαίνεται (από νομικής πλευράς τουλάχιστον) να ανήκει και σε διαφορετικό «αγοραστή», μπορεί να είναι σε οποιονδήποτε παροχέα υπηρεσιών Internet και σίγουρα έχει διαφορετική δικτυακή διεύθυνση και διεύθυνση στον «φυσικό» κόσμο, εκτός δικτύου από οποιαδήποτε άλλη σύνδεση χρησιμοποιεί η ίδια οικογένεια.

Ακόμη κι αν υπάρχει κάτι επιλήψιμο σε κάποιες από τις ενέργειες ενός από τα μέλη της οικογένειας που περιγράψαμε μόλις, δεν υπάρχει (τουλάχιστον αυτή τη στιγμή) κάποιος καλός τρόπος να πιστοποιηθεί ποιό από τα μέλη ήταν αυτό, όταν είναι μαζί, και ακόμη περισσότερο όταν έχουν σκορπίσει κατά τη διάρκεια της ημέρας τους σε όλο σχεδόν το εύρος μιας πόλης δεκάδων χιλιάδων ή εκατομμυρίων κατοίκων.

Αυτό το πρόβλημα της αντιστοίχησης ενός υπολογιστή με μια νομική οντότητα — όπως ένα πρόσωπο με συγκεκριμένα στοιχεία, όνομα, διεύθυνση, ηλικία, και γενικά οτιδήποτε μπορεί να πιστοποιήσει την ταυτότητα κάποιου — περιγράφεται πολύ καλά στο βιβλίο “Code version 2.0” του Lawrence Lessig. Μερικά αποσπάσματα από το βιβλίο, τα οποία φαίνεται να έχουν άμεση σχέση με το πώς, ποιός, πότε, πόσο και γιατί θα πρέπει να «ελέγχει το δίκτυο» είναι τα εξής:

“As I describe in the first chapter, the dominant idea among those who raved about cyberspace then was that cyberspace was beyond the reach of real-space regulation.”

“In the years since, that common view has faded. The confidence of the Internet exceptionalists has waned. The idea—and even the desire—that the Internet would remain unregulated is gone.”

“Cyberspace was increasingly everywhere, but it was very hard for those in the audience to imagine it tamed to serve the ends of government. And at that time, commerce was certainly interested in cyberspace, though credit card companies were still warning customers to stay far away from the Net. The Net was an exploding social space of something. But it was hard to see it as an exploding space of social control.”

Ολόκληρο το βιβλίο περιγράφει τις αλληλεπιδράσεις που μπορεί να έχουν δύο σημαντικές δυνάμεις με δυνητικά φοβερή επίδραση στην κοινωνία: ο Νόμος και το Εμπόριο.

Ο Νόμος ως «κώδικας», ως «πηγαίος κώδικας» του Κράτους, ως η «υλοποίηση» του Κράτους, αφού ο Νόμος είναι η οντότητα η οποία έχει άμεση επίδραση και επιρροή στον σχηματισμό και τη λειτουργία της κοινωνίας στον φυσικό κόσμο. Ο Νόμος, επίσης ως δύναμη επιρροής και ελέγχου του τι «μπορεί» και τι «επιτρέπεται» να κάνει το Εμπόριο.

Το Εμπόριο, από την άλλη, ως ενεργοποιός και κατευθυντήρια δύναμη, η οποία δίνει τόσο τη δυνατότητα (μέσω άμεσης ή έμμεσης χρηματοδότησης για την υλοποίηση και εφαρμογή μιας τεχνολογίας). Το Εμπόριο σε συμβουλευτικό ρόλο για το Νόμο, με τις de facto υλοποιήσεις ιδεών και πρακτικών, οι οποίες είτε δεν καλύπτονται πλήρως ακόμη ή δεν έχουν προβλεφθεί από το υπάρχοντα Νόμο.

Αρχίζοντας από αυτό το πλαίσιο το “Code version 2.0” εξελλίσεται γρήγορα σε ένα συναρπαστικό βιβλίο. Καταφέρνει να παρουσιάσει ορισμένα κρίσιμα θέματα από τεχνική, νομική, ηθική και κοινωνική άποψη. Είναι από τα βιβλία που ξαναδιαβάζω συχνά, απλά γιατί μου αρέσει τόσο πολύ κι επειδή κάθε φορά ανακαλύπτω λεπτομέρειες τις οποίες δεν είχα προσέξει παλιότερα.

Ένα από τα παραδείγματα του βιβλίου έχει σχέση με την ταυτοποίηση κάποιου στο δίκτυο. Είναι πολύ καλή περιγραφή των απαιτήσεων που φαίνεται να έχει η γνωμοδότηση του κ. Σανιδά, οπότε το παραθέτω εδώ αυτούσιο, με μερικά σχόλια στο τέλος.


Is the Way it is the Way it Must Be?

If there was a meme that ruled talk about cyberspace, it was that cyberspace was a place that could not be regulated. That it “cannot be governed”; that its “nature” is to resist regulation. Not that cyberspace cannot be broken, or that government cannot shut it down. But if cyberspace exists, so first-generation thinking goes, government’s power over behavior there is quite limited. In its essence, cyberspace is a space of no control.

Nature. Essence. Innate. The way things are. This kind of rhetoric should raise suspicions in any context. It should especially raise suspicion here. If there is any place where nature has no rule, it is in cyberspace. If there is any place that is constructed, cyberspace is it. Yet the rhetoric of “essence” hides this constructedness. It misleads our intuitions in dangerous ways.

This is the fallacy of “is-ism”—the mistake of confusing how something is with how it must be. There is certainly a way that cyberspace is. But how cyberspace is is not how cyberspace has to be. There is no single way that the Net has to be; no single architecture that defines the nature of the Net. The possible architectures of something that we would call “the Net” are many, and the character of life within those different architectures is diverse.

That most of us commit this fallacy is not surprising. Most of us haven’t a clue about how networks work. We therefore have no clue about how they could be different. We assume that the way we find things is the way things have to be. We are not trained to think about all the different ways technology could achieve the same ends through different means. That sort of training is what technologists get. Most of us are not technologists.

But underlying everything in this book is a single normative plea: that all of us must learn at least enough to see that technology is plastic. It can be remade to do things differently. And that if there is a mistake that we who know too little about technology should make, it is the mistake of imagining technology to be too plastic, rather than not plastic enough. We should expect—and demand—that it can be made to reflect any set of values that we think important. The burden should be on the technologists to show us why that demand can’t be met.

The particular is-ism that I begin with here is the claim that cyberspace can’t be regulated. As this, and the following chapters argue, that view is wrong. Whether cyberspace can be regulated depends upon its architecture. The original architecture of the Internet made regulation extremely difficult. But that original architecture can change. And there is all the evidence in the world that it is changing. Indeed, under the architecture that I believe will emerge, cyberspace will be the most regulable space humans have ever known. The “nature” of the Net might once have been its unregulability; that “nature” is about to flip.

To see the flip, you must first see a contrast between two different cyber-places. These two cyber-places are ideal types, and, indeed, one of the two ideals no longer exists anywhere on the Net. That fact is confirmation of the point this section aims to make: that we’re moving from one Internet to another, and the one we’re moving to will be significantly more regulable.

The following descriptions are not technical; I don’t offer them as complete definitions of types of networks or types of control. I offer them to illustrate—to sketch enough to see a far more general point.

CYBER-PLACES: HARVARD VERSUS CHICAGO

The Internet was born at universities in the United States. Its first subscribers were researchers. But as a form of life, its birth was tied to university life. It swept students online, pulling them away from life in real space. The Net was one of many intoxicants on college campuses in the mid-1990s, and its significance only grew through time. As former “New York Times” columnist J. C. Herz wrote in her first book about cyberspace:

When I look up, it’s four-thirty in the morning. “No way.” I look from the clock to my watch. Way. I’ve been in front of this screen for six hours, and it seems like no time at all. I’m not even remotely tired. Dazed and thirsty, but not tired. In fact, I’m euphoric. I stuff a disheveled heap of textbooks, photocopied articles, hilighters and notes into my backpack and run like a madwoman up the concrete steps, past the security guard, and outside into the predawn mist . . .

I stop where a wet walkway meets a dry one and stand for a sec . . .  [I] start thinking about this thing that buzzes around the entire world, through the phone lines, all day and all night long. It’s right under our noses and it’s invisible. It’s like Narnia, or Magritte, or Star Trek, an entire goddamned world. Except it doesn’t physically exist. It’s just the collective consciousness of however many people are on it. This really is outstandingly weird.

Yet not all universities adopted the Net in the same way. Or put differently, the access universities granted was not all the same. The rules were different. The freedoms allowed were different. One example of this difference comes from two places I knew quite well, though many other examples could make the same point.

In the middle 1990s at the University of Chicago, if you wanted access to the Internet, you simply connected your machine to Ethernet jacks located throughout the university. Any machine with an Ethernet connection could be plugged into these jacks. Once connected, your machine had full access to the Internet — access, that is, that was complete, anonymous, and free.

The reason for this freedom was a decision by an administrator —the then-Provost, Geoffrey Stone, a former dean of the law school and a prominent free speech scholar. When the university was designing its net, the technicians asked Stone whether anonymous communication should be permitted. Stone, citing the principle that the rules regulating speech at the university should be as protective of free speech as the First Amendment, said yes: People should have the right to communicate at the university anonymously, because the First Amendment to the Constitution guarantees the same right vis-à-vis governments. From that policy decision flowed the architecture of the University of Chicago’s net.

At Harvard, the rules are different. If you plug your machine into an Ethernet jack at the Harvard Law School, you will not gain access to the Net. You cannot connect your machine to the Net at Harvard unless the machine is registered—licensed, approved, verified. Only members of the university community can register their machines. Once registered, all interactions with the network are monitored and identified to a particular machine. To join the network, users have to “sign” a user agreement. The agreement acknowledges this pervasive practice of monitoring. Anonymous speech on this network is not permitted — it is against the rules. Access can be controlled based on who you are, and interactions can be traced based on what you did.

This design also arose from the decision of an administrator, one less focused on the protections of the First Amendment. Control was the ideal at Harvard; access was the ideal at Chicago. Harvard chose technologies that made control possible; Chicago chose technologies that made access easy.

These two networks differ in at least two important ways. First and most obviously, they differ in the values they embrace. That difference is by design. At the University of Chicago, First Amendment values determined network design; different values determined Harvard’s design.

But they differ in a second way as well. Because access is controlled at Harvard and identity is known, actions can be traced back to their root in the network. Because access is not controlled at Chicago, and identity is not known, actions cannot be traced back to their root in the network. Monitoring or tracking behavior at Chicago is harder than it is at Harvard. Behavior in the Harvard network is more controllable than in the University of Chicago network.

The networks thus differ in the extent to which they make behavior within each network regulable. This difference is simply a matter of code —a difference in the software and hardware that grants users access. Different code makes differently regulable networks. Regulability is thus a function of design.

Με αυτό το πολύ απλό παράδειγμα, ο Lawrence Lessig παρουσιάζει, λοιπόν, την άποψή του ότι το Διαδίκτυο δεν είναι «εγγενώς» ελεύθερο. Είναι τόσο ελεύθερο όσο επιλέγουμε ΕΜΕΙΣ να το κάνουμε.

Η σημαντική λεπτομέρεια εδώ είναι πως «εμείς» στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ο κ. Σανιδάς και οποιοσδήποτε άλλος έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει το νομοθετικό έργο.

Οπότε η δική μου, μάλλον αφελής, γνώμη σχετικά με τη γνωμοδότηση αυτή έχει τουλάχιστον δύο μέρη:

Κατ’ αρχήν μια έκκληση σε όσους βιάζονται να σχολιάσουν ότι «η πληροφορία θέλει να είναι ελεύθερη» ή ότι «το διαδίκτυο γεννήθηκε ελεύθερο και θα παραμείνει ελεύθερο ότι και να κάνουν οι ‘κακοί’ άλλοι»: μην έχετε τόσο σιγουριά ότι το διαδίκτυο γεννήθηκε ελεύθερο ή ότι, για κάποιο μυστηριακό λόγο, έχει μέσα του τα ψήγματα μιας τόσο ανώτερης ελευθερίας που δεν την αγγίζει τίποτα. Την αγγίζουν πολλά πράγματα. Ορισμένα, μάλιστα, από αυτά την έχουν ήδη καταφάει σα σαράκι από μέσα, και μόνο με πολλή προσπάθεια θα μπορέσει να συνέρθει, να πάρει τη μορφή που θέλουμε και να παραμείνει ζωντανή. Διαβάστε το “Code version 2.0”. Μετά ξαναδιαβάστε το. Είναι από τα πιο σημαντικά βιβλία που έχω βρει τα τελευταία 5 χρόνια για την ελευθερία στο διαδίκτυο, και γι αυτό το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Ακόμη, αν έχετε κι εσείς με τη σειρά σας κάτι να μου προτείνετε για ενημέρωση, μη διστάσετε. Στείλτε το με email.

Τέλος μια παράκληση στον κ. Σανιδά: Πριν αφορίσουμε κάθε είδους ιδιωτικότητα, ελευθερία και δυνατότητα έκφρασης από το Διαδίκτυο, ας το σκεφτούμε λίγο. Αξίζει τον κόπο, γιατί το Διαδίκτυο που θα φτιάξουμε εμείς σήμερα δεν ανήκει σε εμάς. Ανήκει στις επόμενες γενιές, κι εμείς το δανειζόμαστε προσωρινά από αυτές. Τους χρωστάμε την καλύτερη προσπάθεια που μπορούμε να κάνουμε :)

Ενημέρωση (2 Ιουλ 2009): Η Έλενα Σπυροπούλου έχει κάνει ένα πολύ ωραίο και αναλυτικό σχολιασμό στο κείμενο της γνωμοδότησης: http://www.elenaspiropoulou.gr/node/106

Advertisements

10 thoughts on “Ιδιωτικότητα και Ελευθερία του Λόγου στο Διαδίκτυο

  1. Pingback: Ιδιωτικότητα και Ελευθερία του Λόγου στο Διαδίκτυο « Blogs are like opinions. Everybody has one…

  2. mperedim

    Εγώ με όλα αυτά που διαβάζω πιστεύω πως είναι μια καλή εποχή να κάνει κάποιος αλλαγή καριέρας προς storage engineer ;-)

  3. keramida Post author

    Για να έχουμε κάπου χώρο να αποθηκεύουμε όλα αυτά τα log files, Γιάννη, ε; Χαχα, ελπίζω να μη φτάσουμε ως αυτό το σημείο :D

  4. atma

    Καλησπέρα Γιώργο,

    Τα γράφεις καλά, κι είναι γνωστά αυτά. Το πρόβλημα, κατά την γνώμη μου[1] είναι ότι οι περισσότεροι νομοθέτες απέχουν από το διαδίκτυο. Ειδικότερα οι νομοθέτες της δικής μας γενιάς. Πόσοι από αυτούς έχουν καθημερινή επαφή με το διαδίκτυο με τον τρόπο που έχουμε εμείς;

    Για τους περισσότερους είναι ένα μέρος, στο οποίο μπορούν να βρουν πληροφορίες, να κάνουν ψώνια κι ίσως κάποιες ακόμη τελείως συμβατικές χρήσης, για τις οποίες φυσικά διατηρώ τις όποιες αμφιβολίες όταν μιλάμε για ανθρώπους άνω των 45-50. Η πληροφορική είναι νέα ως επιστήμη.

    Επίσης, είναι αστείο να πιστέψει ένας εισαγγελέας ότι ένας “επαγγελματίας”-κακοποιός θα κάνει το λάθος να αγοράσει ένα καρτοκινητό στο όνομα του.

    Άλλωστε τα όρια των αρχών αυτής της χώρας, φάνηκαν στο Athens Affair[2]. Απορώ πως δεν έχει γίνει ακόμα παραγωγή στο hollywood, με τέτοιο real case scenario :-)

    [1] Διάβαζα το 2002 για την υπόθεση DeCSS. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρων θέμα. Κυρίως το δικαστήριο που έγινε στην Νέα Υόρκη για την ανάρτηση του κώδικα του προγράμματος στο website του 2600.

    [2] http://www.spectrum.ieee.org/telecom/security/the-athens-affair

  5. keramida Post author

    Παναγιώτη, το ξέρω ότι δεν είναι δεδομένο ότι οι εισαγγελείς έχουν τόσο επαφή με το διαδίκτυο που να έχουν ‘informed opinion’, όπως έγραψε κι ο Γιώργος Αδαμόπουλος. Ακριβώς γι αυτό δεν έγραψα κι ότι υπάρχει κακόβουλο κίνητρο πίσω από τη γνωμοδότηση, αλλά θεώρησα ότι είναι πιο σωστό να αποδώσουμε οποιαδήποτε “ατυχή” μέρη της σε έλλειψη πληροφόρησης.

  6. anonymous coward

    … Ακριβώς γι αυτό δεν έγραψα κι ότι υπάρχει κακόβουλο κίνητρο …

    Εγώ πάλι είμαι υποχρεωμένος να δεχτώ ότι υπάρχει κίνητρο. Θες να το πεις κακόβουλο, θες να το πεις ύποπτο, πες το όπως θες αλλά υπάρχει. Γιατί μπορεί να ισχύει ότι:

    … Οποιοσδήποτε δεν είναι δεδομένο ότι οι εισαγγελείς έχουν τόσο επαφή με το διαδίκτυο που να έχουν ‘informed opinion’ …

    Αλλά παλι δεν είδα κανάν εισαγγελέα να παίζει το ρόλο του ιατροδικαστή, έτσι;

    Άμα δεν ξέρεις ούτε έχεις το background να εκφέρεις άποψη ΤΟΥΜΠΕΚΙ ΨΙΛΟΚΟΜΜΕΝΟ! Και αν αυτό για τους περισσότερους είναι απλά κανόνας καλής συμπεριφοράς για νομικούς λειτουργούς πρέπει να είναι υποχρέωση. Οι expert witnesses δεν υπάρχουν απλά για να βγάζουν φράγκα κάποιο experts από το κράτος αλλά γιατί σε οποιαδήποτε σοβαρή χώρα οι περισσότεροι εισαγγελείς παραδέχονται ότι δεν είναι φωτεινοί παντογνώστες.

    Άρα, όταν ο κ. Σανιδάς επιδεικνύει και άγνοια των σχετικών με το Internet (όπως αποδεικνύεις στο παρόν κείμενο) αλλά και νομική άγνοια το να θεωρήσεις τα κίνητρά του ύποπτα είναι το λιγότερο.

  7. Γιώργος

    Χίλια συγνώμη αλλά δεν υπάρχει Ελληνική λέξη “Ιδιωτικότητα”. Η σωστή μετάφραση του “Privacy” είναι “προστασία του απορρήτου”. Ανοίξτε οποιοδήποτε Ελληνικό λεξικό, για σιγουριά τα έψαξα όλα. Οποιοσδήποτε δεν είναι γέννημα-θρέμμα του αγγλο/interneto/τεχνολογικού περιβάλλοντος δε θα μπορεί να καταλάβει τι λέμε με το “ιδιωτικότητα”, όσο και αν σε εμάς είναι (με αυτόματη μετάφραση στο νου μας) προφανές.

  8. keramida Post author

    Πολύ σωστά, Γιώργο. Ευχαριστώ.

    Τώρα επειδή κάποιοι έχουν link προς τον τίτλο, δεν έχει νόημα να τον αλλάξω, αλλά έχεις δίκιο. Ο σωστός όρος είναι “προστασία του απορρήτου” όπως γράφεις :)

  9. enorl

    Πάντως το γεγονός ότι ένα δικαίωμα (του απόρρητου, της ιδιωτικότητας, των προσωπικών δεδομένων– πείτε το όπως θέλετε) εμφανίζεται τόσο συχνά με την ‘προστασία’ ως πρόθεμα, εμένα προσωπικά μου προκαλεί κάποια ανησυχία. Με την έννοια ότι αποτελεί κακό οιωνό.

    Ας πούμε δεν γίνεται καμία συζήτηση για την προστασία του δικαιώματος του εκλέγειν.

    Φιλικά,
    Στάθης

  10. Manolis

    Και όμως υπάρχει λέξη ιδιωτικότητα (Λεξικό Μπαμπινιώτη Β’ έκδοση 2006, σελ. 771)

Comments are closed.